Μηχνισμός άμυνας του κόλπου

Υπό Δρ Θεοδώρου Ξεν. Βασιλειάδη, Μαιευτήρα Γυναικολόγου

Η φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου αποτελείται κυρίως από γαλακτοβάκιλο καθώς επίσης και μικρές αποικίες από αερόβια και αναερόβια βακτήρια. Στον στείρο κόλπο του νεογέννητου κοριτσιού οι πρώτοι άποικοι μικροοργανισμοί ενοφθαλμίζονται από τα κόπρανα του ιδίου και από τα χέρια αυτού που το περιποιείται. Από τα κοινά είδη που αποικούν τον κόλπο ο οποίος είναι πλούσιος σε ορμονική υποστήριξη κατά την γέννηση, προαιρετικά επικρατούν οι γαλακτοβάκιλοι. Ο κόλπος της γυναίκας επηρεάζεται από τα οιστρογόνα, γυναικεία ορμόνη σχετική με τον μηχανισμό ωορρηξίας, η οποία προκαλεί ωριμότητα στο κολπικό επιθήλιο και την έκκριση σακχάρων στο κολπικό έκκριμα τα οποία διασπόνται από τον γαλακτοβάκιλο σε γαλακτικό οξύ. Οι γαλακτοβάκιλοι χρησιμεύουν ως μια φυσική άμυνα του κόλπου διαμέσου της παραγωγής αφενός μεν γαλακτικού οξέως, το οποίο διατηρεί το κολπικό pΗ κάτω από 4,5 και υπεροξείδιο του υδρογόνου (Η2Ο2 = οξυζενέ), το οποίο δρα ως αντισηπτικό και αναστέλλει την ανάπτυξη των μικροοργανισμών που δεν παράγουν το ένζυμο καταλάσης. Αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί μια ισχυρή άμυνα ενάντια στην υπερβολική αύξηση των άλλων κολπικών βακτηριδίων, ιδιαίτερα των αναερόβιων. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι, ορισμένα είδη από γαλακτοβάκιλους χρησιμοποιούν τις φλαβοπρωτεΐνες για την τελική οξείδωση και παράγουν υπεροξείδιο του υδρογόνου (Η2Ο2). Διαπιστώθηκε ότι η απουσία του υπεροξειδίου του υδρογόνου που παράγουν οι γαλακτοβάκιλοι, ήταν παράγοντας κινδύνου για μετέπειτα ανάπτυξη αναερόβιας κολπίτιδας. Επίσης, το εντερικό είδος του γαλακτοβάκιλου που υπάρχει στον κόλπο, έχει αποδειχθεί ότι αναχαιτίζει μια μεγάλη ποικιλία από αερόβιους μικροοργανισμούς, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα κολοβακτηρίδια, κλωστηρίδια, βακτηριοειδή, οι σταφυλόκοκκοι, στρεπτόκοκκοι και τα εντεροβακτηριοειδή.

Στο παρκάτω σχήμα αμαπαρίσταται η λογική της ζυγαριάς για την κολπική οξύτητα

Σε γυναίκες με βακτηριδιακή κολπίτιδα (ΒΚ), η συγκέντρωση των γαλακτοβάκιλων μειώνεται σημαντικά (λιγότερες από 10.000 αποικίες / ml κολπικού υγρού) που επιτρέπει την υπερανάπτυξη των αναερόβιων, Gardnerella vaginalis και  Mycoplasma hominis , που επικρατούν σε αριθμούς 100 έως 1000 φορές υψηλότερες από ό, τι στις γυναίκες με φυσιολογική χλωρίδα. Ειδικότερα, G. vaginalis, Peptostreptococcus spp., Prevotdla spp. και Mobiluncus spp. είναι παρόντες σε αυξημένους αριθμούς σε γυναίκες με βακτηριδιακή κολπίτιδα.

Η τραχηλίτιδα που συνοδεύεται από βλεννοπυώδες έκκριμα μπορεί να προκληθεί από χλαμύδια (Chlamydia trachomatis) ή από γονόκοκκο (Neisseria gonorrhoeae). Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις τραχηλίτιδας με έκκριμα δεν μπορεί εργαστηριακά να απομονωθεί μικροοργανισμός. Επίσης η τραχηλίτιδα μπορεί να παραμένει παρά τις επανειλημμένες αντιμικροβιακές θεραπείες. Στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται εμμένουσα ή υποτροπιάζουσα τραχηλίτιδα χωρίς διαπίστωση μικροβιακού παράγοντα, σε αυτές τις επίμονες περιπτώσεις η βλεννοπυώδης τραχηλίτιδα αποδίδεται σε άλλους μη μικροβιολογικά καθοριστικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η φλεγμονή στη ζώνη μετάλλαξης ή σε εκτρόπιο (εικόνες) του αδενικού επιθηλίου του τραχήλου.

Λόγω της εγγύτητας και της επικοινωνίας του έξω και έσω γεννητικού συστήματος της γυναίκας, γυναίκες με ΒΚ διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για να αναπτύξουν λοίμωξη του έσω γεννητικού συστήματος (μήτρα, σάλπιγγες, ωοθήκες).

© Δρ Θεόδωρος Ξεν. Βασιλειάδης

Scroll to top